ἀρχιγέρων

ἀρχιγέρων
ἀρχιγέρων
chief of a
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ARCHIGERONTES — in l. 6. Cod. de Episc. aud. Alciato sunt, qui procurant negotia Aulae Principalis: Hottomannus, levi mutatione Archigetontes legit, et Principes fabrorum intellgit, ab αρχιγετῷν vel αρχιτέκτων Graec. Car. du Fresnein Glossar. sunt primates… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • γέροντας — I Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 450 μ., 27 κάτ.) στην πρώην επαρχία Χαλκίδος του νομού Ευβοίας. Βρίσκεται βόρεια της Ερέτριας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ερετρίας. 2. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 110 μ., 450 κάτ.) στην πρώην… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”